Άγρια Μαργαρίτα (Anthemis chia)

Οι μαργαρίτες είναι από τα πολλά αγριολούλουδα της χώρας μας . Το ελληνικό τους όνομα είναι ‘’ανθέμιδες’’, ενώ η λέξη ‘’μαργαρίτα’’ έχει λατινογενή προέλευση.

Οι ανθέμιδες ή μαργαρίτες φυτρώνουν σχεδόν παντού και ανθίζουν για μεγάλο διάστημα του χρόνου. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αφιερώσει την ανθέμιδα στη θεά Άρτεμη και τη θεωρούσαν θεραπευτικό μέσο για γυναικεία προβλήματα. Χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική κατά των νευρικών διεγέρσεων και της βρογχικής καταρροής. Το αφέψημά της κάνει καλό στο στομάχι και στα εντερικά προβλήματα, ενώ τα φύλλα της αν μασηθούν καταπραΰνουν τον πονόδοντο. Επίσης, από φυτά αυτού του γένους παίρνονται και κάποιες ουσίες, οι πυρεθρίνες που χρησιμοποιούνται ως φυτικής προέλευσης εντομο-απωθητικά, καθώς έχουν μικρή τοξική δράση στα ζώα και στον άνθρωπο. Οι μαργαρίτες, ως χορταρικά –τα βλαστάρια τους-, είναι δημοφιλείς στην κινεζική, ιαπωνική και κορεατική παραδοσιακή κουζίνα σε σούπες και μαγειρευτά φαγητά. Στην Κρήτη, μια ποικιλία του είδους που ονομάζεται ‘’μαντιλίδα’’, τρώγεται .

Άγρια μαργαρίτα (Anthemis chia). Είναι φυτό μονοετές, διετές ή πολυετές που φτάνει τα 5-40 εκ. σε ύψος και είναι αραιά χνουδωτό. Τα φύλλα τους είναι κατ’ εναλλαγή, με βαθιές εγκοπές, πτεροσχιδή ή δις πτεροσχιδή, ενώ τα άνθη τους σχηματίζουν ταξιανθίες (κεφάλια). Συνήθως, έχουν λευκά περιφερειακά και κίτρινα δισκοειδή ανθίδια. Φέρουν πολλούς βλαστούς που είναι απλοί ή διακλαδιζόμενοι, όρθιοι ή ανερχόμενοι. Κεφάλια μέχρι 45 χιλ. με γλωσσοειδή ανθίδια λευκά και σωληνοειδή κίτρινα. Ανθίζει από Φεβρουάριο- Απρίλιο.

Το γένος Anthemis περιλαμβάνει περισσότερα από 100 είδη, ιθαγενή των εύκρατων περιοχών της Ευρώπης και της Ασίας, που ευδοκιμούν σε ηλιόλουστες τοποθεσίες. Από αυτά, τα 22 συναντώνται στην ελληνική χλωρίδα, με 4 είδη να έχουν τη μεγαλύτερη εξάπλωση. Το Anthemis chia είναι διαδεδομένο είδος σε ολόκληρη την Ελλάδα .

Είναι και μελισσοκομικό, τώρα έχει ανθίσει στην ορεινή Κρήτη και οι μέλισσες το δουλεύουν!1

Η φωτογραφία είναι από τον μελισσόκηπό μας.

Advertisements

ΚΟΥΜΑΡΙΑ

Στη χώρα μας συναντώνται δύο είδη η Kουμαριά (Arbutus unedo) και η Aγριοκουμαριά ή Eλαφοκουμαριά (Arbutus andrachne). Aνήκουν στην οικογένεια Ericaceae, (Eρικίδες) στην οποία υπάγονται τα ρείκια και άλλα συγγενή φυτά.

Oι καρποί της Kουμαριάς (Arbutus unedo) είναι γευστικότατοι, εξ ου και το όνομα unedo που σημαίνει «τρώγω ένα-ένα» για να νιώθει κανείς την ωραία γεύση στον ουρανίσκο του.

Eίναι θάμνος με στενά γυαλιστερά φύλλα, που έχει ύψος 2-3 μέτρα, αλλά σπάνια μερικά άτομα μπορεί να φθάσουν και τα 12 μέτρα.

Tο δεύτερο είδος η Aγριοκουμαριά ή Eλαφοκουμαριά γίνεται αρκετά ψηλός θάμνος με αραιά κλαριά και φύλλα κάπως φαρδύτερα. O κορμός του είναι λείος και έχει χρώμα κοκκινωπό. Tο όνομα andrachne προέρχεται από το αρχαίο Aνδράχνη.

Oι κουμαριές είναι από τα καλύτερα φυτά για την προστασία του εδάφους από τη διάβρωση. Δείχνουν προτίμηση στα μη ασβεστούχα, όξινα εδάφη.

Tα κούμαρα ωριμάζουν ένα περίπου χρόνο μετά την ανθοφορία τους. Έτσι μπορούμε να δούμε πάνω στο δέντρο την ίδια στιγμή καρπούς, αλλά και λουλούδια.

Oι κουμαριές είναι φυτά που αντέχουν στις πυρκαγιές. Mετά τη φωτιά πετούν αμέσως νέα άφθονα βλαστάρια κι έτσι προστατεύονται τα εδάφη από τη διάβρωση της βροχής.

Στην αρχαιότητα την κουμαριά την χρησιμοποιούσαν για τις αιμοστατικές της ιδιότητες.

Ο φλοιός της κουμαριάς περιέχει δεψικές ουσίες και αρβουτίνη, ενώ τα φύλλα περιέχουν κουμαρίνη και οι καρποί πηκτίνες.

Τα φύλλα της Κουμαριάς, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις φλεγμονές του εντέρου, των νεφρών και της ουροδόχου κύστης. Έχουν αντισηπτικές, διουρητικές, αντιφλεγμονώδεις, στυπτικές και αιμοστατικές ιδιότητες.

Τα ώριμα κούμαρα συνιστώνται σε περιπτώσεις δυσκοιλιότητας και αεροφαγίας.

Αφέψημα από φύλλα κουμαριάς χρησιμοποιείται σε φλεγμονές και άλλες παθήσεις των ουροφόρων οδών (κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα, ενούρηση, δυσουρία κ.α.), σε αιματουρίες και αιμορραγίες της μήτρας. Βράζουμε δυο γραμμάρια φύλλα σε 100 ml νερού. Δύο- τρία φλυτζάνια την ημέρα, βοηθούν και αυξάνουν και τη διούρηση.

Για εξασθενισμένους οργανισμούς, διαλύουμε ώριμα κούμαρα σε κρασί χωρίς συντηρητικά και προσθέτουμε 1 φλιτζάνι νερό στο οποίο έχουμε βράσει κανέλα και ζάχαρη.

Τα κούμαρα τρώγονται, αλλά χρησιμοποιούνται και για την παρασκευή ποτών και οινοπνεύματος.

Από κούμαρα φτιάχνεται δυνατό ρακί, ενώ στην Ευρώπη παρασκευάζουν κρασί, κονιάκ και ένα ηδύποτο γνωστό ως κουμαρόκρεμα (creme d’ arbouse) που διευκολύνει την πέψη.

Το ρακί από κούμαρα, που φτιάχνεται στην περιοχή του Πλαταμώνα ανακατεμένο με ζάχαρη και κανέλα, χρησιμοποιείται σε γρίπη ως ρόφημα ή σε εντριβή και ανακουφίζει από τον πυρετό.

Ολόκληρο το φυτό έχει ωραία εμφάνιση, το ξύλο του χρησιμοποιείται στην ξυλουργικά και για την παραγωγή ξυλοκάρβουνου.

Επίσης, το μέλι από άνθος κουμαριάς βοηθάει στη μείωση της χοληστερίνης, στις κεφαλαλγίες και τον στομαχόπονο (Διοσκουρίδης).

Τελειώνοντας, η κουμαριά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, αλλά και όμορφο φυτό που στολίζει με το εντυπωσιακό χρώμα της και τους λαμπερούς καρπούς της το σπίτι μας και μας θυμίζει τα Χριστούγεννα και το χειμώνα!Στη χώρα μας συναντώνται δύο είδη: η Κουμαριά (Arbutus unedo) και η Aγριοκουμαριά ή Ελαφοκουμαριά (Arbutus andrachne).

Πολύ καλό μελισσοκομικό φυτό, μας δίνει νέκταρ και γύρη, ανθίζει μέσα Οκτωβρίου και έχει την εξής μοναδικότητα στην Ελληνική φύση: έχει ταυτόχρονα μπουμπούκια, άνθη και ώριμα φρούτα.

Αν ο καιρός το επιτρέψει μέχρι και τον Δεκέμβριο τα μελίσσια που έχουμε κοντά στις κουμαριές κτίζουν κεριά, γεμίζουν πατώματα με μέλια (έστω και πικρά), κουβαλάνε γύρες, αυξάνουν πληθυσμό, επεκτείνουν γόνους, ξεχειμωνιάζουν χορτάτα και βγάζουν δυνατά, μεγάλα και υγιή μελίσσια για ανοιξιάτικη παραγωγή.

Το μέλι της κουμαριάς, έχει χρώμα σκούρο κίτρινο, το ιξώδες του είναι μέτριο, γεύση πικρή και γι’αυτό έχει και μικρή εμπορική αξία. Τα τελευταία χρόνια που υπάρχει ενημέρωση του αγοραστικού κοινού όλο και περισσότεροι καταναλωτές το ζητάνε για δοκιμή και κατανάλωση.

Οι μελισσοκόμοι το αφήνουν στις κυψέλες να το φάνε τα μελίσσια τους για ξεχειμώνιασμα. Τα άνθη της κουμαριάς έχουν χρώμα λευκό προς το κρεμ, είναι σε ταξιανθία σαν τσαμπί και έχουν το σχήμα καμπανούλας έτσι η βροχή δεν τα επηρεάζει καθόλου.

Ο Iπποκράτης χρησιμοποιούσε τα κούμαρα για την αντιμετώπιση της θρομβοφλεβίτιδας. Πριν από 60 χρόνια απομονώθηκαν από τα κούμαρα οι πρώτες κουμαρίνες, τα σημερινά αντιπηκτικά που δίνονται σε θρομβώσεις. Τα φύλλα και ο τραχύς φλοιός της κουμαριάς χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα στη φαρμακευτική και στη Βαφική.
Στην αρχαιότητα, επίσης, την κουμαριά την χρησιμοποιούσαν για τις αιμοστατικές της ιδιότητες.
Ο φλοιός της κουμαριάς περιέχει δεψικές ουσίες και αρβουτίνη, ενώ τα φύλλα περιέχουν κουμαρίνη και οι καρποί πηκτίνες.
Τα φύλλα της Κουμαριάς, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις φλεγμονές του εντέρου, των νεφρών και της ουροδόχου κύστης. Έχουν αντισηπτικές, διουρητικές, αντιφλεγμονώδεις, στυπτικές και αιμοστατικές ιδιότητες.
Τα ώριμα κούμαρα συνιστώνται σε περιπτώσεις δυσκοιλιότητας και αεροφαγίας.
Αφέψημα από φύλλα κουμαριάς χρησιμοποιείται σε φλεγμονές και άλλες παθήσεις των ουροφόρων οδών (κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα, ενούρηση, δυσουρία κ.α.), σε αιματουρίες και αιμορραγίες της μήτρας. Βράζουμε δυο γραμμάρια φύλλα σε 100 ml νερού. Δύο- τρία φλυτζάνια την ημέρα, βοηθούν και αυξάνουν και τη διούρηση.
Για εξασθενισμένους οργανισμούς, διαλύουμε ώριμα κούμαρα σε κρασί χωρίς συντηρητικά και προσθέτουμε 1 φλιτζάνι νερό στο οποίο έχουμε βράσει κανέλα και ζάχαρη.14657507_1218582621537743_2712050219206943336_n

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΡΕΙΚΙ (ERICA ARBOREA)

DSC03371.JPGΤο ύψος του ξεπερνά τα 3 μέτρα, προτιμά όξινο έδαφος και φύεται εκεί που φύεται η Κουμαριά και η Σουσούρα (φθινοπωρινό ρείκι). Περίοδος ανθοφορίας του είναι από μέσα Φεβρουαρίου και κλιμακώνεται μέχρι το τέλος του Απρίλη. Είναι πολυετής αειθαλής θάμνος, ανθεκτικός σε ξηρασία αλλά και σε παγωνιές, πολλαπλασιάζεται εύκολα με παραφυάδες.
Το ανοιξιάτικο ρείκι είναι χρήσιμο για τα μελίσσια διότι την περίοδο που ανθοφορεί, η βασίλισσα αρχίζει να αυξάνει καθημερινά την γέννα της. Ο γόνος που μεγαλώνει έχει διατροφικές ανάγκες και απαιτήσεις τόσο σε φρέσκια γύρη όσο και σε νέκταρ. Το ανοιξιάτικο ρείκι καλύπτει αυτές τις επιτακτικές ανάγκες των μελισσιών, αφού τις παρέχει σε μεγάλες ποσότητες.

Σε πολλές περιοχές της χώρας μας, την εποχή άνθησης του ανοιξιάτικου ρεικιού, τα μελίσσια είναι μικρά και μεσαίας δυναμικότητας τόσο σε πληθυσμούς όσο και σε γόνους. Καλό είναι να τοποθετούμε πλαίσια με άκτιστα κεριά, για να αποφύγουμε το μεγάλο μπλοκάρισμα της γέννας από τις γύρες και το νέκταρ που εισέρχονται στις κυψέλες.

Η γύρη έχει χρώμα υπόλευκο προς το κρεμ.

Το μέλι κεχριμπαρί προς το κοκκινωπό στην εμφάνιση, γλυκό, αρκετά αρωματικό και ωφέλιμο για τον ανθρώπινο οργανισμό. Λέγεται πως το ανοιξιάτικο ρεικόμελο έχουν υψηλές περιεκτικότητες σιδήρου. Το μόνο μειονέκτημα του είναι ότι κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα.

 

 

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ

Η αμυγδαλιά είναι σημαντικό μελισσοκομικό φυτό.Ανθίζει τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο , και εξαρτάται απο την ποικιλία , τις θερμοκρασιακές και περιβαλλοντικές συνθήκες.

Δίνει νέκταρ και γύρη. Η γύρη που συλλέγουν οι μέλισσες είναι χρώματος μπέζ , και το νέκταρ είναι αρωματικό – υπόπικρό , αλλά εξαιρετικά δυναμωτικό – θρεπτικό. Προσφέρει στις μέλισσες δύναμη για την ανατροφή – παραγωγή του γόνου βοηθώντας έτσι στην ανανέωση του παλαιού ξεχειμωνιασμένου πληθυσμού.

Αν οι μέλισσες δεν γονιμοποιήσουν τα άνθη με την μεταφορά της γύρης από λουλούδι σε λουλούδι η αμυγδαλιά δεν θα μπορέσει να δέσει τους πολύτιμους  καρπούς της. Οι μέλισσες διαδραματίζουν αυτόν τον υπέρτατο ρόλο , και η αμυγδαλιά τους προσφέρει ως αντάλλαγμα την πολύτιμη γύρη – νέκταρ της.

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΛΙΣΣΟΚΗΠΟ ΜΑΣDSC03330.JPG

DSC03332.JPG

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΛΙΣΣΟΚΗΠΟ ΜΑΣ

Φθινοπωρινό Ρείκι

Το φθινοπωρινό ή κόκκινο ρείκι είναι φυτό που το συναντά κανείς σ’όλη την Ελλάδα, ηπειρωτική ή νησιώτικη. Είναι γνωστό με πολλά κοινά ονόματα όπως κλαδί, πυρένι, σουσούρα, τσάρο,έρικας, τσαλί, χαμόρεικο κ.α.

Το επιστημονικό του όνομα είναι Erica verticilata ή Erica multipolyflora που μεταφρασμένα σημαίνουν ερείκη η σπονδυλωτή και ερείκη η πολυανθής.

Βρίσκεται σε όλα τα υψόμετρα και τις πλαγιές που καλύπτονται από θαμνώδη δασική βλάστηση, όπου συνυπάρχει με κουμαριές, λαδανιές, σμυρνιές, πουρνάρια, ανοιξιάτικα ρείκια, σχίνους κ.λ.π. Το φθινόπωρο όταν είναι ανθισμένο, ολόκληρη η περιοχή χρωματίζεται από τα πολυάριθμα κόκκινα – μοβ λουλούδια τους και τότε εύκολα ξεχωρίζει από τους άλλους θάμνους και κυρίως από το ανοιξιάτικο ρείκι (Erica arborea) με το οποίο έχει πολλές βοτανικές ομοιότητες, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος. Προσφέρει άφθονο νέκταρ και γύρη στις μέλισσες και κατατάσσεται ιδίως το φθινοπωρινό ρείκι ή σουσούρα, πρώτο στις προτιμήσεις των μελισσοκόμων κυρίως για τους παρακάτω λόγους :

  • Η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει.
  • Η μεγάλη ποσότητα και υψηλής βιολογικής αξίας γύρη που προσφέρει στις μέλισσες.
  • Αρκετές ποσότητες νέκταρος, ιδίως από το μέσο της ανθοφορίας και μετά.
  • Η εποχή που ανθίζει το φθινοπωρινό ρείκι είναι κρίσιμη για τη μελισσοκομία.

Η γύρη που παράγει είναι πολύ θρεπτική και κάνει πολύ δυνατά τα μελίσσια γι’αυτό οι μελισσοκόμοι μετά τα βαμβάκια και πριν το πεύκο πάνε τα μελίσσια να γονέψουν στο ρείκι για ένα χρονικό διάστημα μέχρι να δυναμώσουν ξανά.

Το ρεικόμελο είναι θιξοτροπικό, παρουσιάζεται δηλαδή σε μια ζελατινώδη κατάσταση και ρευστοποιείται αν υποστεί ανακίνηση ή δόνηση. Το χαρακτηριστικό αυτό, που οφείλεται στην παρουσία μιας κολλοειδούς πρωτεΐνης, καθιστά δύσκολη την εξαγωγή αυτού του μελιού. Έχει ένα γεμάτο και επίμονο άρωμα, χρώμα κεχριμπαρένιο, ιώδες, με χαρακτηριστικές πορτοκαλί αντανακλάσεις, κρυσταλλώνει με απαλή μάζα πολύ λεπτή και επαλειφόμενη. Μετρίως γλυκό έχει ένα ελαφρύ πικρό άγγιγμα σχεδόν αδιόρατο, με υπόπικρη γεύση αλλά περιέχει πολλά αμινοξέα και βιταμίνες, πολύ θρεπτικά για τις νεαρές εργάτριες που την καταναλώνουν και παράγουν βασιλικό πολτό, παράλληλα ταΐζονται οι βασίλισσες και γεννούν περισσότερο. Μαζί με την γύρη της καστανιάς θεωρούνται από τους μελισσοκόμους, οι κορυφαίες για την ανάπτυξη των μελισσιών.  Όταν ο καιρός είναι ευνοϊκός, ζεστός ή δροσερός με υγρούς ασθενείς ανέμους το ρείκι έχει μεγάλες αποδόσεις σε γύρη και νέκταρ. Τότε τα μελίσσια κτίζουν κεριά εντατικά, αποθηκεύουν γύρες και μέλια, μεγαλώνουν οι εκτάσεις σε γόνους και γενικά ανεβάζουν εύκολα πληθυσμούς, ξεχειμωνιάζουν δυνατά και αναπτύσσονται εύκολα την άνοιξη.

Το φυτό έχει μεγάλη εξάρτηση από τις φθινοπωρινές βροχές, αν βρέξει παράγει μεγάλη ποσότητα σε γύρη και νέκταρ.

Δεν κάνει καλό μόνον στην ανάπτυξη των μελισσιών. Το ρεικόμελο  είναι ωφέλιμο και για τον ανθρώπινο οργανισμό . Είναι ένα χρήσιμο αντισηπτικό για τις ουρικές οδούς και τις νεφρικές ασθένειες, βοηθά την εξάλειψη του ουρικού οξέως και είναι κατά των ρευματισμών. Αποτελεί ένα ενεργητικό δυναμωτικό και αποτελεσματικό διουρητικό. Συνιστάται για περιπτώσεις εξαντλητικής εργασίας, αναιμίας, νευρασθένειας, ανορεξίας και είναι άριστος βοηθός για την καταπολέμηση καρδιακών ασθενειών ή των ουρικών οδών και των νεφρών, ρευματισμών, ποδάγρας και ελλείψεως μεταλλικών αλάτων κάθε τύπου.

www.melissomania.gr

www.bees.gr

www.melinet.gr

 

.reiki-sousoura

ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΓΚΑΘΙ, ΓΑΛΑΖΟΥΛΑ

Ερύγγιο το κρητικό (Eryngium creticum) γνωστό και με το όνομα Σφαλάγκαθο ή  Μοσχάγκαθο ή  Γαλαζούλα ή Γαλαζάγκαθο.

Ερύγγιο το κρητικό (Eryngium creticum)

Ερύγγιο το κρητικό (Eryngium creticum)

Το κρητικό Ερύγγιο, προέρχονται από τη νοτιοανατολική Ευρώπη, Δυτική Ασία και την Αίγυπτο. Συναντάται στα Βαλκάνια και το Αιγαίο. Μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 0,6 μ. και πλάτος μέχρι λίγα μέτρα. Το καλύτερο ενδιαίτημά του είναι άγονες και  βραχώδεις περιοχές, συνήθως σε ξηρά εδάφη. Τα φύλλα του είναι δερματώδη, αρκετά λεπτότερα από άλλα ερύγγια. Τα άνθη είναι ερμαφρόδιτα (έχουν και αρσενικά και θηλυκά όργανα) και γονιμοποιούνται από μέλισσες, μύγες και σκαθάρια. Το γαλάζιο αγκάθι ή γαλαζούλα δίνει ωραίο σε γεύση νέκταρ και γύρη  και διάφανο μέλι. Την ίδια χρονιά που φυτεύτηκε θα ανθίσει αφειδώς. Τα λουλούδια του φέρονται πάνω σε ένα πολύ πυκνό κουβάρι βλαστών. Οι κρητικοί το μαζεύουν για τους τρυφερούς βλαστούς του μαζί με άλλα χόρτα και τα λαχανεύουν. Επίσης, μπορεί να φυτευτεί και στον κήπο μας, αλλά απαιτεί καλά στραγγιζόμενο χώμα και ηλιόλουστη θέση. Προτιμά ένα ελαφρύ αμμώδες έδαφος, αλλά ανέχεται τους περισσότερους τύπους εδάφους, συμπεριλαμβανομένων και των φτωχών σε ασβέστιο χαλίκια.

ΜΕΛΙΣΣΑ ΣΕ ΓΑΛΑΖΟΥΛΑ

ΜΕΛΙΣΣΑ ΣΕ ΓΑΛΑΖΟΥΛΑ

Μαντζουράνα

Γνωστή και ως «αείφυλλος αμάραγκος» του Θεόφραστου ή «σαμψύχιο» του Διοσκουρίδη. Oι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η θεά Αφροδίτη χρησιμοποιούσε το άρωμα της μαντζουράνας, γι’ αυτό και στις γαμήλιες τελετές στεφάνωναν τα νεαρά ζευγάρια με τα άνθη της. Οι Αιγύπτιοι και οι Άραβες χρησιμοποιούσαν το αφέψημά της για τονωτικά μπάνια. Οι Σύριοι έφτιαχναν μεθυστικό άρωμα με τα άνθη και τα φύλλα της.

Αυτοφυές της Μεσογείου και της Ν. Ευρώπης. Αυτοφυές επίσης το συναντούμε στην Κύπρο.

Είναι πολυετές φυτό. Έχει βλαστό λεπτό, σκληρό, τετραγωνικό, πολύκλαδο, κοκκινωπό, τριχωτό ή σχεδόν λείο, ύψους 20-40 εκατ., φύλλα μικρά, αυγοειδή, μαλακά και άνθη μικρά, ασπροπράσινα, σε σφαιρικές φόβες.
Είναι φυτό αρωματικό, φαρμακευτικό,  και μελισσοτροφικό. Το υπέργειο τμήμα περιέχει αιθέριο έλαιο κατάλληλο για την φαρμακοποιία και την αρωματοποιία.

Η υψηλή περιεκτικότητα σε θυμόλη της προσδίδει αντισηπτικές ιδιότητες. Το αφέψημά της αντιμετωπίζει το κρυολόγημα, έχει ηρεμιστική επίδραση και ανακουφίζει από τον πόνο στο στομάχι. Επίσης, είναι αποτελεσματικό στη ναυτία.

Ιδανικό για αρωματικό στο ξίδι ή το λάδι. Το εκχύλισμά της μπορεί να προστεθεί στο νερό του μπάνιου και να εξασφαλίσει χαλάρωση και καλή διάθεση. Οταν χρησιμοποιείται στη μαγειρική τα φύλλα κόβονται πριν το φυτό ανθίσει γιατί αλλιώς σε μεγαλύτερη δόση μπορεί να πικρίσει. Εκτός όμως από την αισθητική και τη γαστρονομία, τα πράσινα κλαδάκια με τα μικρά άσπρα άνθη της μαντζουράνας μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αποξηραμένες και φρέσκες συνθέσεις.

matzourana2